1_4Ο Αλφειός με τα 112 χιλιόμετρα του είναι ο μεγαλύτερος ποταμός της Πελοποννήσου. Σύμφωνα με τον Στράβωνα τα νερά του Αλφειού θεράπευαν τα άλφη, δηλαδή τις λευκές κηλίδες στο σώμα και από εκεί προέρχεται η ονομασία του. Ο Όμηρος αναφέρει ότι στις όχθες του Αλφειού γεννήθηκε από το Δία και τη Σεμέλη ο Διόνυσος. Επίσης στη Μυθολογία υπάρχουν αναφορές στον Αλφειό και συγκεκριμένα ότι στο ποτάμι είχε την κατοικία του ο Ποσειδώνας και ότι στις όχθες του ο Ερμής έκλεψε τα βόδια του Απόλλωνα.


Οι πηγές του Αλφειού είναι κοντά στο αρκαδικό χωριό Κάτω Ασέα, πολύ κοντά στο δρόμο Τρίπολη-Μεγαλόπολη υπάρχει μάλιστα και σχετική πινακίδα. Λίγο πιο πέρα όμως τα νερά του χάνονται και ξαναφαίνονται στο κεφαλάρι του Αη-Γιώργη κοντά στο χωριό Ραψομμάτι. Το φαινόμενο αυτό υπάρχει από την αρχαιότητα δεδομένου ότι ο Παυσανίας στα Αρκαδικά αναφέρει ότι "...ο Αλφειός χάνεται συχνά κάτω από το έδαφος..". Στο μήκος της διαδρομής του ο Αλφειός δέχεται τα νερά πολλών ποταμών και χειμάρρων όπως του Ελισσώνα που πηγάζει από το Μαίναλο, του Λούσιου που πηγάζει από το υψίπεδο της Καρκαλούς, του Βουφάγου, του Τρίτωνα και πολλών άλλων μικρότερων. Στη θέση Τριποταμιά στην περιοχή της Ηραίας ενώνονται μαζί του ο Ερύμανθος και ο Λάδωνας και το ποτάμι γίνεται τόσο πλατύ που μοιάζει με λίμνη. Μάλιστα από το σημείο αυτό και πέρα λέγεται Ρουφιάς. Στη συνέχεια περνάει από την περιοχή της αρχαίας Ολυμπία και καταλήγει στο Ιόνιο πέλαγος νότια από τον Πύργου Ηλείας.
Ο Αλφειός έχει δύο ωραία και δύσκολα φαράγγια. Το ένα αρχίζει από τη γέφυρα του Κούκου (Αλφειός Α) και είναι γνωστό σε όσους ασχολούνται με το rafting, ενώ το άλλο (Αλφειός Β) αρχίζει από τη γέφυρα της Καρύταινας και φτάνει μέχρι τη συμβολή του ποταμού με τον Λούσιο. Αυτό το φαράγγι το οποίο είναι γνωστό σε πολύ λιγότερους, περιγράφεται πιο κάτω.
Η περιπέτεια για την εξερεύνηση του άγνωστου Αλφειού αρχίζει από τη γέφυρα της Καρύταινας. Πρόκειται για πεντάτοξο πέτρινο γεφύρι, μοναδικό μνημείο της Βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Σε ένα από τα βάθρα της γέφυρας αργότερα, πάντως κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων, ενσωματώθηκε μικρό εκκλησάκι αφιερωμένο στη Θεοτόκο. Η γέφυρα αυτή είχε την τύχη να απεικονιστεί στο παλαιό χαρτονόμισμα των πέντε χιλιάδων Δραχμών, αλλά και την ατυχία να βρίσκεται ακριβώς κάτω από την γέφυρα του δρόμου Μεγαλόπολης Ανδρίτσαινας, με αποτέλεσμα να μην είναι ορατή από όσους περνούν από το δρόμο αυτό. Η πρόσβαση είναι πολύ εύκολη γιατί λίγα μέτρα πριν την σύγχρονη γέφυρα, υπάρχει δεξιά χωματόδρομος από τον οποίο σε ελάχιστα λεπτά φτάνεις στη παλιά γέφυρα.
1_6Αμέσως μετά τη γέφυρα αρχίζει το φαράγγι. Αριστερά και δεξιά υπάρχουν βράχια και το ποτάμι κυλάει ήρεμα σε όλο το πλάτος του φαραγγιού. Μπαίνουμε στο ποτάμι από τη δεξιά όχθη και διαπιστώνουμε ότι το νερό είναι βαθύ και το κολύμπι απαραίτητο. Όπως σε κάθε παρόμοια περίπτωση, δοκιμάζουμε εάν μπορούμε να κολυμπήσουμε αντίθετα στο ρεύμα ώστε, εάν χρειαστεί, να είναι εξασφαλισμένη η επιστροφή μέσα από το ποτάμι. Είναι όμως ενδεχόμενο αυτή η προνοητικότητα να μην μας εξασφαλίζει την επιστροφή μέσα από το ποτάμι, διότι εάν πιο πέρα υπάρχει καταρράκτης η κάποια μεγάλη σκάλα, η ταχύτητα του νερού θα μεγαλώσει και εάν παράλληλα είναι αδύνατη η πορεία στην όχθη υπάρχει κίνδυνος αποκλεισμού.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το ρεύμα δεν είναι δυνατό, τα βράχια στις όχθες είναι βατά και κολυμπάμε "χαλαρά". Σε λίγο όμως το τοπίο αλλάζει. Τα βράχια και στις δύο όχθες έγιναν απότομα και ψηλά και διαπιστώνουμε ότι το ρεύμα έχει δυναμώσει αισθητά. Κολυμπάμε μόνο δέκα λεπτά, αλλά η επιστροφή μέσα από το ποτάμι φαίνεται αδύνατη. Θέλοντας και μη εμπιστευόμαστε την καλή μας τύχη. Σε λίγο διακρίνουμε τον καταρράκτη. Ευτυχώς είναι στην αριστερή μεριά. Το ρεύμα είναι τώρα δυνατό, αλλά όχι επικίνδυνο. Παραμένουμε πάντα στη δεξιά μεριά του ποταμού γιατί διαπιστώνουμε ότι εκεί το ποτάμι έχει ένα ήσυχο πέρασμα. Όταν φτάνουμε στο συγκεκριμένο σημείο διαπιστώνουμε ότι ο καταρράκτης δημιουργείται από ένα φράγμα και ότι το πέρασμα είναι ένα αυλάκι νερού το οποίο και ακολουθούμε. Μετά τον καταρράκτη το αυλάκι συνεχίζει αρκετά μέτρα ψηλότερα από το ποτάμι και χρειάζεται προσοχή, διότι υπάρχουν τέσσαρα πέντε ανοίγματα από τα οποία το νερό φεύγει με μεγάλη ορμή προς τα κάτω.
Μέχρι τον καταρράκτη έχουμε κολυμπήσει τουλάχιστον μισή ώρα. Τα απότομα βράχια τελειώνουν, αλλά το ποτάμι έχει σκάλες και οι όχθες είναι κατάφυτες και δύσβατες. Συνεχίζουμε να περπατάμε στο αυλάκι, ενώ το ποτάμι κυλάει κάπου δέκα μέτρα πιο χαμηλά. Μετά από είκοσι λεπτά φτάνουμε σε ένα πλάτωμα, μάλιστα διακρίνουμε και χωματόδρομο. Επομένως υπάρχει η δυνατότητα διαφυγής και η ασφαλής επιστροφή είναι εξασφαλισμένη.
Μετά το πλάτωμα ακολουθούμε πορεία μέσα στο ποτάμι. Σε λίγο διαπιστώνουμε ότι πρέπει να κολυμπήσουμε και πάλι.. Εδώ δεν υπάρχει ανησυχία γιατί οι όχθες μπορεί να είναι δύσβατες, αλλά σε περίπτωση ανάγκης η επιστροφή είναι εφικτή. Το εντυπωσιακό είναι ότι ενώ το ποτάμι δεν περνάει από φαράγγι, κολυμπήσαμε πάνω από είκοσι λεπτά μέχρι να μπορέσουμε να συνεχίσουμε την διάσχιση περπατώντας.
Μία ώρα μετά το πλάτωμα φτάνουμε σε στένωμα του ποταμού όπου οι όχθες είναι βραχώδεις και ψηλές και υπάρχει μεγάλη κατολίσθηση. Από την αριστερή όχθη έχουν κατρακυλήσει τεράστια βράχια τα οποία έχουν δημιουργήσει ένα απρόσμενο εμπόδιο. Το νερό φυσικά έχει δημιουργήσει το δικό του δρόμο ανάμεσα στα βράχια από τον οποίο, όταν η ποσότητα του νερού είναι μικρή, περνάμε χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες και μετά συνεχίζουμε από τα βράχια που είναι αριστερά .
Είναι αυτονόητο ότι εάν οι πεζοπόροι κρίνουν ότι λόγω της μεγάλης ποσότητας του νερού η διάσχιση του συγκεκριμένου σημείου είναι επικίνδυνη η αδύνατη, η μόνη επιλογή είναι η επιστροφή μέχρι το πλάτωμα που αναφέρεται παραπάνω. Εκεί ακολουθούμε το χωματόδρομο, στη διασταύρωση με άλλο χωματόδρομο ακολουθούμε δεξιά πορεία και φτάνουμε σύντομα στο αυτοκίνητο που έχουμε αφήσει κοντά στη γέφυρα. Επειδή το κολύμπι σε ποτάμι, είτε με την φορά του ρεύματος είτε αντίθετα και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα απαιτεί άριστη φυσική κατάσταση, πρέπει συνεχώς να γίνεται σωστή αξιολόγηση όλων των παραγόντων ( ποσότητα νερού, δύναμη του ρεύματος, ενδείξεις κόπωσης κλπ) και σε περίπτωση οποιουδήποτε προβλήματος πρώτη επιλογή πρέπει να είναι η επιστροφή.
Μετά την κατολίσθηση, η κοίτη του ποταμού, η οποία τώρα έχει μία εμφανή κλίση, εξακολουθεί να είναι γεμάτη μεγάλα βράχια προφανώς από παλαιότερες κατολισθήσεις, με αποτέλεσμα η πορεία να καθορίζεται από την εμπειρία και την ικανότητα της ομάδας. Πάντως στη συγκεκριμένη διάσχιση ακολουθήσαμε πορεία αριστερά και σε κάποια απόσταση από το νερό. Είναι χαρακτηριστικό της δυσκολίας της διαδρομής ότι χρησιμοποιήθηκε σχοινί για την ασφαλή κατάβαση κάποιου βράχου. Προχωρώντας και ενώ είμαστε συνέχεια αριστερά από το νερό, δέκα δεκαπέντε μέτρα πιο ψηλά διακρίνουμε σαφές και μάλιστα κτιστό μονοπάτι, το οποίο όμως λίγο πιο πέρα, σε απόκρημνο σημείο της όχθης έχει παρασυρθεί από κατολίσθηση. Επομένως αγνοούμε το μονοπάτι αυτό και συνεχίζουμε την πορεία μας από τα βράχια.
Τώρα η διαδρομή είναι ευκολότερη και πλησιάζουμε πάλι το ποτάμι. Ένα δύσκολο σημείο παρακάμπτεται άνετα από αριστερά. Ηδη έχουμε κατέβη το επικλινές κομμάτι της κοίτης και φτάσαμε σε επίπεδο πεδίο. Είναι εντυπωσιακό ότι από την κατολίσθηση μέχρι το σημείο αυτό, δηλαδή για μία μικρή απόσταση, απαιτείται περίπου μία και μισή ώρα.
Επειδή μετά το σημείο αυτό το ποτάμι περνάει από στενό φαράγγι με ψηλές και απότομες όχθες, εάν η ποσότητα του νερού είναι μεγάλη, η διάσχιση μέσα από το νερό είναι αδύνατη. Ευτυχώς υπάρχει η δυνατότητα παράκαμψης του δύσκολου τμήματος.
Πριν την είσοδο του φαραγγιού το ποτάμι για μερικά μέτρα είναι κάπως φαρδύ και η ροή του δεν είναι ορμητική, έστω και αν η ποσότητα του νερού είναι μεγάλη. Στο σημείο αυτό μία ομάδα μπορεί εύκολα να περάσει απέναντι, δηλαδή στη δεξιά όχθη. Αφού περπατήσουμε λίγο ελεύθερα στα βράχια διακρίνουμε εμφανές μονοπάτι του οποίου η ύπαρξη επιβεβαιώνεται από κόκκινη κορδέλα σε πεσμένο κορμό δένδρου. Το μονοπάτι, που ακολουθεί την δεξιά όχθη, για λίγο είναι άνετο και σε ορισμένα σημεία κτιστό, σύντομα όμως γίνεται αβαθές χαντάκι το οποίο είναι αδιάβατο από την πυκνή βλάστηση και έτσι αναγκαστικά περπατάμε στο χείλος του και μάλιστα προς τη μεριά του ποταμού. Αυτό δεν απαιτεί τεχνικές γνώσεις, χρειάζεται όμως προσοχή γιατί το μονοπάτι σιγά σιγά παίρνει ύψος και το ποτάμι ενώ στην αρχή ήταν δίπλα μας τώρα κυλάει δεκαπέντε με είκοσι μέτρα κάτω μας και η όχθη είναι σχεδόν κάθετη. Σε ένα σημείο, πάνω στο μονοπάτι έχει πέσει ένας τεράστιος βράχος και το πέρασμα από την εξωτερική πλευρά του απαιτεί οπωσδήποτε την ασφάλιση του πεζοπόρου. Όμως κάτω από τον βράχο υπάρχει αρκετός χώρος για να περάσουμε έρποντας. Μετά το βράχο το μονοπάτι περνάει ένα κτιστό κομμάτι και μετά απομακρύνεται κάπως από το ποτάμι. Από ψηλά φαίνεται ότι το ποτάμι έχει μικρή ροή και αποφασίζουμε να κατέβουμε, αν και η όχθη είναι αρκετά απότομη. Όπως είχαμε υποθέσει η διάσχιση του ποταμού στο συγκεκριμένο σημείο δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο πρόβλημα και εύκολα βρισκόμαστε και πάλι, ύστερα από αρκετή ώρα, στην αριστερή όχθη.
Εάν το νερό είναι λίγο μπορούμε να μην παρακάμψουμε το φαράγγι και να συνεχίσουμε τη πορεία μέσα στο νερό. Ενας μικρός καταρράκτης παρακάμπτεται εύκολα από αριστερά και από τα βράχια άνετα κατεβαίνουμε σε λιμνούλα. Εάν από τον καταρράκτη κοιτάξουμε ευθεία, στην αριστερή όχθη, δέκα περίπου μέτρα πάνω από το νερό, διακρίνουμε κτιστό μονοπάτι. Εδώ έχουμε την επιλογή είτε να συνεχίσουμε χωρίς προβλήματα μέσα από το ποτάμι, η στην άκρη της λιμνούλας να βγούμε από το νερό και να ανέβουμε σχετικά εύκολα από τα βράχια της όχθης στο μονοπάτι. Όμως αμέσως μόλις περάσουμε το κτιστό τμήμα πρέπει να κατέβουμε πάλι στο ποτάμι.
Είτε παρακάμψουμε το φαράγγι είτε όχι, καλλίτερα να συνεχίσουμε για λίγο την πορεία έξω από το νερό στην αριστερή όχθη η οποία είναι αρκετά βατή, έχοντας επαφή με το ποτάμι στα δεξιά μας. Πάντως εάν θέλουμε να βγούμε από το ποτάμι ακολουθούμε οπωσδήποτε αυτή τη πορεία γιατί εκεί κοντά υπάρχει το δεύτερο σημείο διαφυγής. Στη περίπτωση αυτή προχωράμε ψάχνοντας για δυσδιάκριτο ανηφορικό μονοπάτι, στην αρχή του οποίου υπάρχει κούκος και μεγάλο μπλέ πλαστικό δοχείο περασμένο σε κλαρί. Το μικρό ανηφορικό μονοπάτι μας οδηγεί σε χωματόδρομο, ο οποίος φτάνει στον δρόμο Καρύταινα-Ανδρίτσαινα. Ο δρόμος είναι βατός από αυτοκίνητα τύπου JEEP, αλλά αρκετά ψηλά είναι κλεισμένος με πρόχειρη περίφραξη.
Εάν συνεχίζουμε την πορεία μας, πλησιάζουμε πάλι το νερό. Η πορεία μέσα στο νερό είναι κουραστική είναι όμως πιο ασφαλής, γιατί και στις δύο όχθες υπάρχουν μεγάλα βράχια τα οποία δυσκολεύουν την πορεία. Επί πλέον ανάμεσα στα βράχια υπάρχουν βαθιά ανοίγματα τα οποία καλύπτονται από βλάστηση και υπάρχει το ενδεχόμενο δυστυχήματος. Άλλωστε στη συνέχεια θα διασχίσουμε τρεις η τέσσαρες λιμνούλες και στενά περάσματα τα οποία κάνουν την πορεία απολαυστική γιατί τα διασχίζουμε κολυμπώντας. Πάντως μέχρι την έξοδο του το ποτάμι δεν έχει επικίνδυνα σημεία και δύο τρία στενά περάσματα περνιούνται άνετα, εφόσον βέβαια δεν υπάρχει μεγάλη ποσότητα νερού.
Δύο ώρες μετά τον καταρράκτη, ευθεία πίσω από τη δεξιά όχθη διακρίνεται ένα ύψωμα. Είναι οι όχθες του Λούσιου που κατεβαίνουν από τον Ατσίχολο. Εκεί κοντά υπάρχει το τρίτο σημείο διαφυγής. Προχωρώντας μέσα στο νερό, κοντά στη δεξιά όχθη, πρέπει να μην προσπεράσουμε ένα βράχο που είναι μέσα στο ποτάμι αριστερά μας, ενώ στη δεξιά όχθη υπάρχουν κόκκινες κορδέλες. Εάν τα σημάδια έχουν χαθεί, πριν από αριστερή στροφή του ποταμού και ενώ η δεξιά όχθη είναι απότομη και φαίνεται αδιάβατη, εάν βγούμε από το νερό και ψάξουμε θα βρούμε μονοπάτι που ανεβαίνει την όχθη. Επειδή όμως από την είσοδο μας στο ποτάμι από τη γέφυρα της Καρύταινας έχουν περάσει περίπου έξη ώρες, το σημείο αυτό μπορεί να είναι και το τέλος της πορείας.
Εάν βγούμε από το ποτάμι θα βρεθούμε σε πλάτωμα όπου υπάρχει χωματόδρομος, τον οποίο θα ακολουθήσουμε προς την ανηφόρα. Ο δρόμος όμως είναι ιδιωτικός και οδηγεί στο κτήμα Λιάπη. Ακολουθούμε γύρο-γύρο την περίφραξη του κτήματος και φτάνουμε πάλι σε χωματόδρομο. Συνεχίζουμε και σε δύο λεπτά φτάνουμε στο δρόμο Καρύταινα-Ατσίχολος κοντά στο Ατσιχωλίτικο γεφύρι. Από το ποτάμι μέχρι το γεφύρι θα κάνουμε περίπου μισή ώρα.
Από το τρίτο σημείο διαφυγής η συμβολή του Αλφειού με τον Λούσιο απέχει περίπου μισή ώρα και εάν η κούραση δεν είναι μεγάλη και η ώρα επαρκεί συνεχίζουμε. Μετά την αριστερή στροφή το ποτάμι βαθαίνει και απαιτείται κολύμπι, μπορούμε όμως εύκολα να παρακάμψουμε το σημείο αυτό από την αριστερή όχθη. Στη συνέχεια περνάμε στη δεξιά όχθη και συνεχίζουμε υποχρεωτικά με κολύμπι. Αμέσως αισθανόμαστε ότι το νερό είναι πολύ πιο κρύο από πριν. Με τον τρόπο αυτό ο Λούσιος, πριν τον δούμε, μας ειδοποιεί ότι είναι κοντά. Τώρα κολυμπάμε δίπλα σε κατακόρυφα πανύψηλα βράχια και ξαφνικά στο βάθος, διακρίνουμε τον Λούσιο. Όταν φτάνουμε κοντά μας εντυπωσιάζει αλλά και μας προβληματίζει η έντονη ροή του. Ακολουθώντας, ίσως από ένστικτο, την αριστερή όχθη του Αλφειού φτάνουμε σε ένα σχετικά αβαθές σημείο της συμβολής των δύο ποταμιών και χωρίς κανένα πρόβλημα περνάμε απέναντι. Ο Λούσιος με τα πεντακάθαρα νερά και τις πανέμορφες όχθες του πάντα εντυπωσιάζει, ιδιαίτερα τώρα πού σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της διάσχισης του συγκεκριμένου τμήματος του Αλφειού.
Το τελευταίο μέρος της διαδρομής είναι απλό αλλά όχι αδιάφορο. Ακολουθούμε την αριστερή όχθη του Λούσιου. Σε λίγο ανηφορίζουμε λίγο και μετά συνεχίζουμε ευθεία, ενώ το δυσδιάκριτο μονοπάτι φεύγει αριστερά και πάνω. Στα δέκα μέτρα είναι το γεφύρι στα Λιαπέικα, από το οποίο περνάμε πάνω από το Λούσιο. Αμέσως μετά το γεφύρι αφήνουμε το εμφανές μονοπάτι και πάμε ελεύθερα επάνω αριστερά. Εκεί συναντάμε τον χωματόδρομο τον οποίο αναφέραμε πιο πάνω. Τώρα όμως τον ακολουθούμε προς την κατηφόρα μέχρι το ποτάμι. Περνάμε πάλι τον Λούσιο και συνεχίζουμε στην αριστερή όχθη η οποία είναι πολύ βατή. Συναντάμε και παλιό γεφύρι το οποίο σήμερα είναι άχρηστο, παλαιότερα όμως ίσως εκεί υπήρχε κάποιο ρέμα. Στο τελευταίο κομμάτι της πορείας περνάμε από ιδιωτικά κτήματα και φτάνουμε στο Ατσιχωλίτικο γεφύρι, μία και μισή ώρα μετά το τρίτο σημείο διαφυγής..
Επειδή η διάσχιση του συγκεκριμένου τμήματος του Αλφειού έχει πολλές δυσκολίες, η διάρκεια της πορείας εξαρτάται από τον αριθμό των μελών της ομάδας, την ομοιογένεια της, την εμπειρία των μελών της αλλά και από απρόβλεπτους παράγοντες. Εν πάσει περιπτώσει μία ολιγομελής και έμπειρη ομάδα δεν θα χρειαστεί περισσότερες από επτά ώρες για να φτάσει στο Ατσιχωλίτικο γεφύρι.
Συνιστάται η διάσχιση του Αλφειού να γίνει Ιούνιο η Ιούλιο, ανάλογα πόσο βροχερός ήταν ο χειμώνας. Εάν έχουν προηγηθεί πρόσφατες βροχοπτώσεις η αναμένεται βροχή την ημέρα της διάσχισης, για λόγους ασφάλειας συνιστάται η ματαίωση της. Το νερό του Αλφειού τους παραπάνω μήνες δεν είναι κρύο και δεν απαιτείται στολή νεοπρέν, Ένα σχοινί είκοσι πέντε μέτρων είναι απολύτως απαραίτητο.
Έμπειροι πεζοπόροι, σε ομάδες τουλάχιστον τριών ατόμων, μπορούν να κάνουν τις παρακάτω μικρότερες διαδρομές
1) Ατσιχωλίτικο γεφύρι-άσφαλτος προς Καρύταινα-δεξιά χωματόδρομος περίφραξη κτήματος-χωματόδρομος-αριστερά χωράφια προς το ποτάμι -μονοπάτι (σήμανση με κόκκινες κορδέλες)-Αλφειός-Λούσιος-γεφύρι στα Λιαπέικα-Λούσιος-Ατσιχωλίτικο γεφύρι (ώρες τρεις (3), Β. Δ. Εύκολη (Α). (Απαιτείται μισή ώρα κολύμπι)
2) Γέφυρα Καρύταινας-πλάτωμα-κατολίσθηση-πλάτωμα-Γέφυρα Καρύταινας ( ώρες τέσσαρες (4) Β. Δ. Εύκολη (Α) (Μία και μισή ώρα κολύμπι)
3) Δρόμος Καρύταινα Ανδρίτσαινα-ο πρώτος χωματόδρομος δεξιά-διασταύρωση με χωματόδρομο-πεζοπορία είκοσι λεπτά στο δεξιό χωματόδρομο-ποτάμι
α) πορεία μέχρι το τρίτο σημείο διαφυγής και μετά προς το Ατσιχωλίτικο γεφύρι. Ώρες τρεις (3) Β. Δ.. Δύσκολη (Β)
β) πορεία μέχρι τον Λούσιο και έξοδος στο Ατσιχωλίτικο γεφύρι. Ώρες τέσσαρες (4) ( μισή ώρα κολύμπι) Β. Δ. Δύσκολη (Β)
Η διάσχιση του Αλφειού από τη γέφυρα της Καρύταινας μέχρι το Ατσιχωλίτικο γεφύρι έγινε για πρώτη φορά την 10-8-2008 από τον Ντίνο Δημητρακόπουλο, μέλος του Ε.Ο.Σ. Αχαρνών, του Ε.Ο.Σ.Αθήνας και του Πεζοπορικού Ομίλου Αθήνας (Π.Ο.Α.) και τον Μιχάλη Κότταρη, μέλος του Ε.Ο.Σ Αθήνας και του Π.Ο.Α. Πορείες σε τμήματα του ποταμού έγιναν το 2006 και 2007 από τον Ντίνο Δημητρακόπουλο, ο οποίος σηματοδότησε μερικά τις διαδρομές.

Κείμενο-φωτογραφίες Ντίνος Δημητρακόπουλος.

Αθήνα Νοέμβριος 2008

Για φωτογραφίες πατήστε εδώ