P1010317

Ο Δίας σύμφωνα με την μυθολογία γεννήθηκε στη Κρητέα, μία κορυφή του Λύκαιου όρους στην Αρκαδία. Τον νεογέννητο Δία έπλυναν στον πλησιέστερο ποταμό, που γιαυτό ονομάστηκε Λούσιος, τρείς νύμφες η Νέδα, η Αγνώ και η Θεισόα.

O Λούσιος έχει τις πηγές του στο οροπέδιο της Καρκαλούς, βόρεια της Δημητσάνας. Η μεγαλύτερη πηγή του βρίσκεται στη βορειοδυτική άκρη του οροπέδιου, στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, λίγο πριν ο δρόμος αρχίσει να κατηφορίζει για τα Λαγκάδια.Το μοναδικό σε αυτή τη πηγή είναι ότι το νερό της βγαίνει από τετράκρουνη βρύση, που πάνω της είναι η  εκκλησία. Στη συνέχεια ο Λούσιος μαζεύει τα νερά του οροπέδιου, περνάει δίπλα από τη Δημητσάνα, μετά το γεφύρι στη θέση Μονόπορη πέφτει στο ομώνυμο φαράγγι, βγαίνει στην αρχαία Γόρτυνα,  συνεχίζει σε  κλειστή κοιλάδα και αφού περάσει κάτω  από το Ατσιχωλίτικο γεφύρι  πέφτει στον Αλφειό.

Στην αρχαία Γόρτυνα υπάρχει το γεφύρι του Κόκκορη. και το τμήμα ανάμεσα σαυτό το γεφύρι  και το Ατσιχωλίτικο γεφύρι ονομάζεται Ανω Λούσιος και είναι άγνωστο στους περισσότερους ορειβάτες. Λίγα μέτρα από το γεφύρι, στην δεξιά όχθη όπως κατεβαίνουμε το ποτάμι, είναι τα ερείπια της αρχαίας Γόρτυνας και λίγο πιο πίσω στην ίδια όχθη,  το Βυζαντινό εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα. Η αρχή της πορείας για την διάσχιση του Άνω Λούσιου είναι κάτω από το γεφύρι του Κόκκορη όπου φτάνουμε είτε από το Ελληνικό μετά από έξη ασφάλτινα χιλιόμετρα, φτάνει και τριαντατεσσάρι λεωφορείο, είτε από το χωριό Ατσίχολος, τρία χιλιόμετρα χωματόδρομος βατός και από συμβατικά αυτοκίνητα.


P1010292

Στην αρχή της γέφυρας υπάρχει εύκολη πρόσβαση στο ποτάμι. Ο Λούσιος σε μαγεύει με την πρώτη ματιά. Στο σημείο αυτό τα πεντακάθαρα νερά του τρέχουν ήρεμα. Οι όχθες είναι κατάφυτες από πλατάνια και μικρότερα φυτά και το γεφύρι ακριβώς από πάνω είναι εντυπωσιακό. Όλα σε καλούν να μείνεις, αλλά ένα καλογραμμένο μονοπάτι σου θυμίζει τη διάσχιση. Μετά από λίγα μέτρα το μονοπάτι ανεβαίνει πίσω από ένα τεράστιο βράχο που παλαιότερα μας ανάγκαζε μπούμε στο νερό από την αρχή της πορείας. Το ίδιο γίνεται με ένα άλλο βράχο λίγο πιο κάτω. Αργότερα το μονοπάτι γίνεται ασαφές, μάλιστα σε ορισμένα σημεία δυσκολευόμαστε να το βρούμε. Φτάνουμε σε τρίτο βράχο το οποίο ανεβαίνουμε από τη μεριά του νερού και ξαφνικά βρισκόμαστε τρία τέσσερα μέτρα πάνω από το ποτάμι. Το μονοπάτι ανεβαίνει κι άλλο και το ποτάμι μένει πολύ κάτω. Βέβαια σε λίγο κατεβαίνοντας μία μικρή κατολίσθηση γυρνάμε πάλι κοντά στο ποτάμι. Είναι ενδιαφέρον ότι πολλές φορές φτάνουμε στο ίδιο σημείο ενώ ακολουθήσαμε διαφορετικές πορείες. Το θέμα είναι να βρείς τα ευκολότερα περάσματα και γενικά προσπαθείς να μένεις κοντά στο ποτάμι.

Βλέποντας το ποτάμι είναι φανερό ότι δεν μπορείς να μπείς στο νερό εκτός αν είσαι έμπειρος καγιάκερ. Η ποσότητα του νερού είναι μεγάλη, υπάρχουν συνέχεια σκάλες μικρές και μεγάλες. Πάντως και από τα βράχια της όχθης το ποτάμι σε εντυπωσιάζει. Υπάρχουν  μέρη όπου μπορείς να μπεις στο νερό για να δροσιστείς, προσέχοντας βέβαια να μείνεις κοντά στην όχθη. Ένα από τα ωραιότερα σημεία  είναι εκεί που στη μέση του ποταμού υπάρχει μία μεγάλη σκάλα, πάνω από δύο μέτρα. Ανάμεσα σε δύο βράχους περνάει σχεδόν όλο το ποτάμι και το θέαμα είναι εντυπωσιακό. Στη συνέχεια το μονοπάτι γίνεται πολύ ομαλό και μένει κοντά στο ποτάμι. Όταν πίσω ψηλά και δεξιά δούμε ένα κτίριο, δηλαδή τη Παλαιά και τη νέα Μονή Καλαμίου, έχουμε περάσει τη μισή διαδρομή. Σε λίγο μας περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη. Φτάνουμε σε ένα σημείο όπου ο Λούσιος για είκοσι μέτρα περίπου κυλάει ήρεμα. Εδώ το μπάνιο είναι must. Το νερό όμως είναι τόσο κρύο, ώστε εντυπωσίασε τον Παυσανία ο οποίος το αναφέρει στα Αρκαδικά του. Στην απέναντι όχθη υπάρχουν κατακόρυφα βράχια στα οποία οι αναρριχητές μπορούν να δοκιμάσουν τις ικανότητες τους.

Τα μονοπάτι ξαφνικά αρχίζει να πλαταίνει και σιγά σιγά γίνεται δρόμος, ο οποίος αρχίζει να απομακρύνεται από το ποτάμι. Εδώ μπορούμε να μείνουμε κοντά στο ποτάμι και να προχωράμε χωρίς μονοπάτι. Εάν ακολουθήσουμε τον δρόμο, εκεί όπου φεύγει αριστερά και πάνω εμείς κατεβαίνουμε στο ποτάμι. Σχεδόν αμέσως φτάνουμε στην όχθη. Συνεχίζουμε την πορεία και περνάμε από κτιστό μονοπάτι, σκαμμένο στο βράχο Το τμήμα αυτό του ποταμού είναι το ωραιότερο. Στις δύο όχθες υπάρχουν ψηλά δένδρα, το νερό κυλάει ήρεμα και έχει ένα καταπληκτικό χρώμα. Σε πολύ λίγο φτάνουμε σε κάθετα βράχια που φτάνουν μέχρι το νερό, χωρίς δυνατότητα παράκαμψης.. Επιτέλους θα κάνουμε river trekking. Μπαίνουμε στο νερό και το ρεύμα μας παρασέρνει γιά πέντε-έξη μέτρα σε βαθειά νερά και μετά συνεχίζουμε στη αριστερή όχθη. Σε λίγο πάλι βράχια και εμείς πάλι στο νερό. Εδώ, συνεχίζουμε στη δεξιά όχθη, πότε μέσα στο νερό και πότε έξω. Στο τέλος σχεδόν της διαδρομής , εάν έχουμε τη διάθεση και την απαραίτητη εμπειρία μπορούμε να αφήσουμε το ρεύμα να μας παρασύρει σχεδόν μέχρι τη γέφυρα.

Η διαδρομή άνετα γίνεται σε τέσσερες ώρες. Δεν είναι δύσκολη αλλά χρειάζεται εμπειρία και προσοχή γιατί έχει μεγάλη ποικιλία τοπίων και περασμάτω και μέσα  στο νερό και έξω. Δεν είναι απαραίτητη  στολή νεοπρέν.

Για το τελευταίο τμήμα της διαδρομής υπάρχει μία παραλλαγή αρκετά ενδιαφέρουσα. Περπατώντας κοντά στο ποτάμι, πριν το μονοπάτι γίνει δρόμος, παρατηρούμε προσεκτικά την δεξιά όχθη. Σε ένα πλάτωμα υπάρχει ένας μεγάλος άσπρος βράχος με ένα βέλος με κόκκινη μπογιά. Όταν δούμε το σημάδι, περνάμε το ποτάμι που στο σημείο εκείνο δεν έχει ιδιαίτερο πρόβλημα και προχωράμε στην κατεύθυνση που δείχνει το βέλος. Στα τρία μέτρα υπάρχει μονοπάτι. Το ακολουθούμε. Σιγά σιγά  παίρνει μεγάλο ύψος και φτάνει πάνω από τριάντα μέτρα από το ποτάμι.. Η όχθη είναι τόσο απότομη ώστε το μονοπάτι είναι κτιστό και σκαμμένο στα βράχια. Σε ορισμένα σημεία θέλει προσοχή γιατί υπάρχουν μικρές κατολισθήσεις. Σε τρία τέταρτα περίπου φτάνουμε σε κατηφορικό χωματόδρομο και αμέσως στο Ατσιχωλίτικο γεφύρι.

P1010321

Τις δύο τελευταίες διαδρομές μπορούμε να τις ενώσουμε και να κάνουμε μία κυκλική διαδρομή περίπου δύο ωρών. Αμέσως μετά το Ατσιχωλίτικο γεφύρι παίρνουμε ανηφορικό χωματόδρομο και αφού προχωρήσουμε λίγο αρχίζουμε να ψάχνουμε δεξιά για μονοπάτι. Υπάρχει σημάδι στην αρχή του. Ακολουθούμε το μονοπάτι πηγαίνοντας  προς το ποτάμι και . φτάνουμε στο πλάτωμα. Περνάμε εύκολα το ποτάμι και επιστρέφουμε στο γεφύρι όπως περιγράψαμε πιο πάνω. Η διαδρομή αυτή απαιτεί εμπειρία βουνού και ποταμού διαρκεί περίπου τδύο ώρες,..

Η διάσχιση που ήταν η αφορμή να γραφεί το παραπάνω κείμενο, έγινε την 23-8-2009 από τον Ντίνο Δημητρακόπουλο και τον Μιχάλη Κότταρη. Η πρώτη διάσχιση έγινε την 9-10-1999 από τον Ντίνο Δημητρακόπουλο και τον Σπύρο Μπέλλιο. Σε επίπεδο συλλόγου την παραπάνω διάσχιση έκανε ο Ε.Ο.Σ. Αχαρνών την 27-7-2008 και από όσα γνωρίζω δεν έχει γίνει από άλλο σύλλογο.

Τέλος εάν κάποιος θέλει να κάνει river trekking όλο τον Λούσιο, συνεχίζει μέσα στο νερό κάτω από το Ατσιχωλίτικο γεφύρι. Η διαδρομή είναι εύκολη, χωρίς όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Περίπου μετά μισή ώρα, το ποτάμι μπαίνει σε μικρό φαράγγι, οι όχθες πλησιάζουν και σε κάποιο σημείο βλέπουμε ψηλά το γεφύρι στα Λιαπέικα. Συνεχίζουμε την πορεία στο νερό, η οποία τώρα είναι πιο ενδιαφέρουσα και σε λίγο βλέπουμε να πέφτει στο Λούσιο από αριστερά ο Αλφειός. Στη συμβολή των δύο ποταμών μένουμε κοντά στη δεξιά όχθη και βγαίνουμε από το ποτάμι.

Η επιστροφή γίνεται από τη αριστερή όχθη, όπως βλέπουμε το ποτάμι ανάντι. Δεν υπάρχει σαφές μονοπάτι και προσπαθούμε να μείνουμε κοντά στο ποτάμι. Σε πολύ λίγο ανεβαίνουμε σχετικά εύκολα κάτι βράχια και βρίσκουμε το γεφύρι. Από το γεφύρι περνάμε στην απέναντι όχθη και ακολουθούμε σαφές μονοπάτι. Σε πολύ λίγο δίπλα στο μονοπάτι υπάρχουν  χαμηλά βράχια. Εκεί αφήνουμε το μονοπάτι, προχωράμε ευθεία απάνω και φτάνουμε σε φαρδύ χωματόδρομο, τον οποίο ακολουθούμε προς την κατηφόρα. Όταν φτάσουμε στο ποτάμι, περνάμε απέναντι. Εκεί συνεχίζουμε αφήνοντας το ποτάμι, περνάμε από ερειπωμένο νερόμυλο και κοντά από παλιό γεφύρι που σήμερα ενώνει δύο χωράφια. Μετά κατηφορίζοντας χωματόδρομο φτάνουμε στο Ατσιχωλίτικο γεφύρι. Η συνολική πορεία μέσα στο ποτάμι και πίσω είναι πάνω από μιάμιση ώρα.

 

 

Κείμενο-φωτογραφίες Ντίνος Δημητρακόπουλος.

 

Για φωτογραφίες πατήστε εδώ