Στο παρακάτω κείμενο περιγράφεται το τμήμα του Λούσιου από την γέφυρα στη θέση Μονόπορη, κοντά στη Δημητσάνα, μέχρι το γεφύρι στο μονοπάτι Μονή Φιλοσόφου- Μονη Προδρόμου. Στο τμήμα αυτό έγινε το τραγικό δυστύχημα το οποίο μας συγκλόνισε. Είναι άδικο, μια έξοδος στη φύση νέων παιδιών, που ήθελαν να δουν τοπία που οι κάτοικοι των πόλεων αγνοούν, να έχει τόσο τραγική κατάληξη. Η ονομασία «Φαράγγι Λούσιου» περισσότερο καλύπτει την ανάγκη να προσδιορίσουμε το τμήμα αυτό του ποταμού και λιγότερο το περιγράφει γεωγραφικά. Πάντως υπάρχουν και στοιχεία φαραγγιού, όπως το σημείο όπου το νερό τρέχει ανάμεσα σε  βράχια που δεν απέχουν μεταξύ τους περισσότερο από το άνοιγμα των χεριών, ένα jump περίπου δύο μέτρα και ο καταρράκτης!!  Επομένως στο φαράγγι του Λούσιου γίνεται διάσχιση ποταμού, με ένα τεχνικό σημείο και ένα ραπέλ πάνω από δέκα μέτρα. Επίσης πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα ότι η διάσχιση έγινε με μικρή παροχή νερού και είναι προφανές ότι αν το νερό είναι πολύ, οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται. Η γνώμη μου είναι ότι το συγκεκριμένο τμήμα του ποταμού γίνεται χωρίς πρόβλημα μόνο από μέσα Ιουλίου μέχρι μέσα Σεπτεμβρίου και πάλι ανάλογα με τις βροχές.

Η είσοδος γίνεται από το γεφύρι στη θεση Μονόπορη, που είναι γνωστό και σαν γεφύρι του Τζανή, κοντά στο Παλαιοχώρι. Υπάρχει μονοπάτι στην άκρη του γεφυριού. Στην αρχή το ποτάμι είναι αρκετά ανοικτό και σχηματίζει μικρές λιμνούλες. Σε 15΄ περίπου φτάνουμε στο πρώτο πέρασμα, που με λίγο νερό περνιέται εύκολα από δεξιά.  Δεν ελέγχουμε την δυνατότητα επιστροφής δεδομένου ότι έχουμε προγραμματίσει να κάνουμε διάσχιση και έχουμε τον απαταίτητο εξοπλισμό. To όριο της πορείας με επιστροφή είναι το σημείο που γίνεται jump και προφανώς ο καταρράκτης. Πολύ σύντομα το ποτάμι περνάει από διαδοχικά ελισσόμενα στενά περάσματα ανάμεσα σε πανύψηλα βράχια. Τα περισσότερα τα περνάμε κολυμπώντας. Το νερό όπως περιμέναμε είναι κρύο. Το κάτω μέρος της στολής νεοπρέν είναι απαραίτητο,προληπτικά όμως κουβαλάμε και το πάνω μέρος.Το φαράγγι είναι πάρα πολύ ωραίο και χωρίς καμία συζήτηση αποφασίζουμε, πρώτα ο Θεός που λένε οι ναυτικοί, να το επαναλάβουμε το επόμενο καλοκαίρι.
Όταν φτάνουμε στο jump, πάντα με λίγο νερό, μπορούμε να πατήσουμε στο βράχο που είναι στη μέση του νερού και να πηδήξουμε λίγο αριστερά. Εξυπακούεται ότι θα κατέβη πρώτα ο πιο έμπειρος η ο πιο τολμηρός, ώστε να διαπιστωθεί ότι το jump δεν έχει κανένα πρόβλημα. Μετά θα ακολουθήσουν και τα άλλα μέλη της ομάδας, τηρώντας τους κανόνες ασφαλείας για πήδημα σε ποτάμι, λυγισμένα γόνατα και απλωμένα χέρια ώστε να μην μπούμε βαθειά στο νερό. Συνήθως το νερό στα ρέματα είναι ρηχό και καλλίτερα να μην πηδάμε ούτε από χαμηλά.
Τελικά φτάνουμε στον καταρράκτη. Το jump αποκλείστηκε και σωστά γιατί δεν γνωρίζουμε το βάθος του νερού. Στην απέναντι πλευρά από αυτή που είναι ο καταρράκτης υπάρχουν δένδρα όπου μπορεί να γίνει αγκύρωση. Προσοχή όμως γιατί η ανάκληση του σχοινιού μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα. Μετά τον καταρράκτη υπάρχουν μεγάλοι όγκοι βράχων οι οποίοι δεν παρουσιάζουν δυσκολίες. Τα βράχια προέρχονται από κατολισθήσεις και αφήνουν μεταξύ τους μεγάλα ανοίγματα από τα οποία χωράει να περάσει άνθρωπος. Οι πιο τολμηροί λοιπόν μπορούν να μπουν στο νερό και κολυμπώντας κάτω από τα βράχια να βγόυν ποτάμι. Προσοχή, ίσως χρειαστεί να κόψουμε μερικά κλαριά με πριόνι.
Οι όχθες τώρα είναι κατακόρυφες και αρκετά κοντά η μία στην άλλη. Πάνω από τα βράχια υπάρχει χώμα, όπου έχουν φυτρώσει μεγάλα δένδρα των οποίων τα κλαδιά ενώνονται. Είναι πολύ εντυπωσιακό. Το κακό όμως είναι ότι πέφτει χώμα στο ποτάμι, με αποτέλεσμα να είναι το μοναδικό τμήμα του Λούσιου που έχω δεί θολό και όχι διαυγές. Συναντάμε και ένα τμήμα όπου έχουν γίνει μεγάλες κατολισθήσεις παλαιές αλλά και πρόσφατες. Το σημείο αυτό, την άνοιξη και αρχές καλοκαιριού όταν τα χώματα είναι ακόμα νωπά από το νερό της βροχής, είναι αρκετά επικίνδυνο.
Μιάμιση ώρα μετά τον καταρράκτη τα κατακόρυφα βράχια που βρίσκονται και στην αριστερή και στη δεξιά όχθη αρχίζουν να μας θυμίζουν γνώριμες ορθοπλαγιές. Πλησιάζουμε στο τέλος της διαδρομής. Βαδίζοντας στη δεξιά όχθη, ένα μικρό ανηφορικό μονοπάτι μας οδηγεί λίγο πιο ψηλά από τη γέφυρα. Εάν μας ξεφύγει το μονοπάτι μόλις δούμε τη γέφυρα, αμέσως βγαίνουμε δεξιά σε σίγουρα βράχια. Αν συνεχίσουμε μας περιμένει ο τρομερός τριπλός καταρράκτης.
Για την επιστροφή, περνάμε στη αριστερή όχθη και ανεβαίνουμε από μονοπάτι όλη την ανηφόρα  μέχρι τον χώρο όπου σταθμεύουν τα αυτοκίνητα  για την Μονή Προδρόμου. Εναλλακτικά, πριν φτάσουμε στην Μονή, ακολουθούμε το μονοπάτι για την αρχαία Γόρτυνα, που στο μεγαλύτερο τμήμα του είναι κατηφορικό. Από τη γέφυρα, το μονοπάτι στη δεξιά όχθη ανεβαίνει στη Μονή Φιλοσόφου και μετά ασφάλτινος δρόμος 3 χμ, σχεδόν ολόκληρος κατηφορικός μας πάει στο σημείο που έχουμε αφήσει το αυτοκίνητο.
Υπάρχουν επίσης δύο διαδρομές για όσους ο καταρράκτης και το jump είναι ανυπέρβλητα εμπόδια. Η πρώτη, αφήνουμε το αυτοκίνητο κοντά στη Μονή Προδρόμου κατεβαίνουμε από το μονοπάτι μέχρι το γεφύρι και κάνουμε μπρος πίσω τη διαδρομή μέχρι τον καταρράκτη. Η διαδρομή αυτή με λίγο νερό γίνεται εύκολα. Τα βράχια μπροστά στον καταρράκτη περνώνται με αντιστήριξη, δηλαδή ανεβαίνουμε από τα δύο κεντρικά βράχια βάζοντας τα πόδια στον ένα βράχο και στηρίζοντας την πλάτη στον άλλο. Πιέζοντας με δύναμη την πλάτη και τα πόδια στα βράχια, με μικρές κινήσεις θα ανέβουμε.
Η δεύτερη εναλλακτική διαδρομή είναι να αφήσουμε το αυτοκίνητο στη γέφυρα στη θέση Μονόπορη και να προχωρήσουμε στο φαράγγι, όσο μπορούμε και όσο θέλουμε. Αυτή η διαδρομή έχει το μειονέκτημα ότι πρέπει να είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι όποιο πέρασμα κατεβήκαμε μπορούμε και να το ανέβουμε. Αν αμφιβάλουμε αφήνουμε ένα σχοινί. Αν δεν έχουμε σχοινί γυρνάμε.
Η διάσχιση έγινε στι 8-8-2010 από τον Ντίνο Δημητρακόπουλο και τον Μιχάλη Κότταρη και διήρκεσε λίγο πάνω από πέντε ώρες, με καθυστέρηση στον καταρράκτη πάνω από μισή ώρα. Η πορεία στο μονοπάτι μέχρι την αρχαία Γόρτυνα λίγο πάνω από μία ώρα..

Κείμενο-φωτογραφίες Ντίνος Δημητρακόπουλος.
Για φωτογραφίες πατήστε εδώ