AXEΡΟΝΤΑΣ

«… ἄραξ' ἐκεῖ τὸ πλοῖο σου στοῦ Ὠκεανοῦ τὴν ἄκρη,καὶ στοῦ Ἅδη κίνησε νὰ πᾶς τ' ἀραχνιασμένο σπίτι, Ἐκεῖ ὁ Πυριφλεγέθοντας στοῦ Ἀχέροντα τὸ ρέμα κυλιέται μὲ τὸν Κωκυτὸ ποὺ πέφτει ἀπὸ τὴ Στύγα, κι ὁ βράχος ποὺ βαρύβροντα τὰ δυὸ ποτάμια σμίγουν…» (Οδύσσεια ραψωδία κ στίχοι 510-514 μετάφραση Αργύρης Εφταλιώτης).

Ο Αχέροντας πηγάζει από τις ανατολικές πλαγιές των βουνών του Σουλίου. Αρχικά έχει κατεύθυνση νότια και διασχίζει τη Λάκα Σουλίου, αλλά αφού δεχθεί τα νερά του Ξηροπόταμου που πηγάζει από το βουνό Τόμαρος η Ολύτσικας στέφεται βόρεια και διασχίζει τα στενά ανάμεσα στα βουνά του Σουλίου και τα βουνά της Παραμυθιάς. Μετά στρέφεται δυτικά, ορμάει στη πεδιάδα και τελικά χύνεται στη θάλασσα κοντά στο χωριό Αμμουδιά. Τα τελευταία πέντε χιλιόμετρα είναι πλωτός από μικροκάϊκα και η διαδρομή είναι πολύ ωραία, όπως το ποτάμι διασχίζει μία δασωμένη περιοχή όπου έχουν τις φωλιές τους πολλά πουλιά.

Τα Αθαμανικά Όρη ονομάστηκαν έτσι από τον βασιλιά του Ορχομενού, Αθάμαντα, ο οποίος έζησε τον 4ο αιώνα π.Χ. Κατά τη μυθολογία η θεά Ήρα, για να εκδικηθεί τη γυναίκα του Αθάμαντα, Ινώ, τρελαίνει τον άντρα της. Πάνω σε μια κρίση ο Αθάμαντας  σκοτώνει ένα από τα παιδιά του. Η Ινώ παίρνει μαζί το δεύτερο παιδί τους, αλλά στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν, πέφτουν στη θάλασσα και πνίγονται. Όταν ο Αθάμαντας ξαναβρίσκει τα λογικά του, κυνηγημένος από τύψεις αφήνει τον κάμπο και αναζητά καταφύγιο στα βουνά, μαζί με λίγους πολεμιστές που τον ακολούθησαν. Έκτοτε και μέχρι τα Ρωμαϊκά χρόνια στα βουνά αυτά κατοικούσαν οι Αθαμάνες. Η άλλη ονομασία της  οροσειράς,  που τελικά έχει επικρατήσει,  δηλαδή Τζουμέρκα, είναι  σύνθετη. Προέρχεται από τις  λέξεις «τζούμες» που σημαίνει άγρια, πέτρινη κορυφή και «έρκος» που σημαίνει τείχος, φράγμα. Ανταποκρίνεται δηλαδή απόλυτα στην πραγματικότητα διότι τα  Τζουμέρκα είναι ένα πέτρινο τείχος το οποίο κάποτε χώριζε τα αρχαία κράτη των Θεσσαλών και των Ηπειρωτών.

Ο Καλαμάς η Θύαμις είναι ο δεύτερος σε μήκος ποταμός της Ηπείρου μετά τον Αχέροντα. Έχει πηγές στα Δολιανά όπου σχηματίζεται ωραίο κεφαλάρι, αλλά και κοντά στο Καλπάκι. Στην αρχή ρέει από Βορρά προς Νότο, στη συνέχει από Ανατολικά προς τα Δυτικά, παράλληλα για λίγο με τον δρόμο Ιωάννινα-Ηγουμενίτσα και τελικά εκβάλλει ανάμεσα στην Ηγουμενίτσα και Σαγιάδα. Καλαμάς διότι στις πηγές του κοντά στα Δολιανά υπάρχουν πολλά καλάμια. Θύαμις από το ρήμα "θύω" κινούμαι άγρια, κυρίως από τον καταρράκτη της Γλύζιανης, μέσα στο φαράγγι και μέχρι την Νεράιδα Θεσπρωτίας. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής του στη Ηπειρώτικη γη περνάει ανάμεσα στο χωριό Λίθινο και την Ζίτσα. Αν κατηφορίσουμε από τη Ζίτσα, πριν το ποτάμι αριστερά μας συναντάμε την Μονή των Αγίων Πατέρων την οποία αξίζει να επισκεφτούμε. Αφού περάσουμε την σύγχρονη, τρόπος του λέγειν δηλαδή, γέφυρα ανηφορίζουμε για το Λίθινο χωρίς να περιμένουμε την έκπληξη που μας περιμένει. Το Λίθινο είναι κτισμένο ακριβώς στην κορυφή ενός λόφου πάνω από το ποτάμι. Όταν μπούμε στο χωριό ο δρόμος γίνεται τόσο στενός ώστε φοβηθήκαμε ότι το αυτοκίνητο δεν θα χώραγε να περάσει. Τελικά φτάσαμε στην μικροσκοπική πλατεία, στο ψηλότερο μέρος του χωριού. Το χωριό και η πλατεία είναι τόσο εξωπραγματικά που μας δημιούργησαν την εντύπωση ότι ήταν σκηνικό θεάτρου κατασκευασμένο από εμπνευσμένο σκηνογράφο.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά μνημεία της φύσης στην Ελλάδα είναι το Φαράγγι του Βίκου. Πράγματι όποιος έχει επισκεφθεί το φαράγγι έστω και μία φορά και ακόμη περισσότερο όποιος έχει περπατήσει στο στενό, σκαλισμένο στο βράχο μονοπάτι, μετά το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής στο χωριό Μονοδένδρι, κρατάει την εικόνα του φαραγγιού σε όλη του τη ζωή. Στο φαράγγι, όπως είναι φυσικό, τρέχουν νερά από τα γύρο βουνά, αλλά τα νερά αυτά είναι εποχιακά. Όμως κοντά στην έξοδο του φαραγγιού, υπάρχουν πηγές που έχουν νερό όλο το χρόνο και από αυτές τις πηγές σχηματίζεται ο ποταμός Βοιδομάτης.

Η ονομασία Άνω Καλαρρύτικος από όσα ξέρω δεν υπάρχει, την χρησιμοποιώ όμως για να προσδιορίσω κάπως το τμήμα του ποταμού που έγινε η διαδρομή. Η διαδρομή του rafting, αρχίζει από την γέφυρα του Γκόγκου, μετά το χωριό Αμπελοχώρι. Η διάσχιση που κάναμε άρχισε αφού περάσαμε τη γέφυρα στον Καλαρρύτικο, μετά το χωριό Χριστοί. Είναι προφανές από τις φωτογραφίες, ότι τερματίστηκε σε ένα απροσδιόριστο γεωγραφικά σημείο, όπου το νερό που έτρεχε ορμητικά σε συνδυασμό με την μορφολογία του εδάφους, ψηλά βράχια, έκαναν αδύνατη τη περαιτέρω πορεία. Η διάσχιση ποταμού από οργανωμένη ομάδα, γίνεται πάντα ακολουθώντας τη ροή του νερού. Όταν όμως πρόκειται για μια απλή εκδρομή χωρίς ούτε ένα σχοινί, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι η πορεία αντίθετα με τη ροή του νερού έχει το μεγάλο πλεονέκτημα, όταν φτάσεις σε σημείο το οποίο δεν μπορείς να περάσεις απλά γυρίζεις πίσω.