ΡΕΜΑ ΔΗΜΟΣΑΡΗΤο ρέμα του Δημοσάρη στη νότια Εύβοια πηγάζει κάτω από τους γκρεμούς της κορυφής Γιούδα (1386μ) του βουνού Όχη και χύνεται στο Αιγαίο στην παραλία Καλλιανού. Η ευρύτερη περιοχή της Όχης δομείται από σχιστολιθικά πετρώματα τα οποία είναι μη υδροπερατά, με αποτέλεσμα τα νερά από τις βροχοπτώσεις και το λιώσιμο του χιονιού να μην απορροφούνται από το έδαφος αλλά να παραμένουν στην επιφάνεια σχηματίζοντας το ρέμα.

Το ρέμα διασχίζει ένα πανέμορφο φαράγγι με οργιώδη βλάστηση. Η μεγάλη ποικιλία φυτών και η ύπαρξη πολλών ειδών πουλιών και ερπετών οφείλεται στο μικροκλίμα του φαραγγιού. Στα νερά του φαραγγιού ενδέχεται να δούμε ακίνδυνα νερόφιδα και χέλια, αλλά εάν περπατήσουμε το μονοπάτι νωρίς την άνοιξη θα δούμε και άλλα είδη φιδιών (σαΐτα δενδρογαλιά και άλλα) τα οποία όμως προσπαθούν να απομακρυνθούν παρά να επιτεθούν.
Η ονομασία του ρέματος προέρχεται ίσως από το «Δημοσάριος», Βυζαντινό αξίωμα που κατείχε εκείνος που εκμεταλλευόταν δημόσια κτήματα. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η περιοχή παλαιότερα ήταν κέντρο εξόρυξης μεταλλευμάτων, κυρίως χαλκού και σιδήρου. Αυτό εξηγεί επίσης το λόγο για τον οποίο σε μία περιοχή απομα-κρυσμένη και αραιοκατοικημένη κατασκευάστηκε το καταπληκτικό μονοπάτι που διασχίζει το φαράγγι.
Το ρέμα είναι γνωστό σε όλους τους ορειβάτες και πολλοί το έχουν διασχίσει τουλάχιστον μία φορά. Όμως οι περισσότεροι, ίσως όλοι, έχουν διασχίσει το φαράγγι από το μονοπάτι. Μα υπάρχει και άλλος τρόπος; Φυσικά υπάρχει. Μέσα από το νερό. Όμως το ρέμα κυλάει παράλληλα με το μονοπάτι, από ορισμένα σημεία του οποίου ο πεζοπόρος έχει οπτική επαφή με το ρέμα και τις ομορφιές του και μάλιστα συχνά ρέμα και μονοπάτι εφάπτονται. Επομένως για ποιο λόγο να διασχίσουμε το ρέμα μέσα από το νερό; Απλά γιατί αυτή είναι η διαφορά της απλής παρατήρησης της ζωής και της φύσης από την ενεργό δράση. Είναι προφανές ότι είναι άλλο πράγμα να βλέπεις το ρέμα να κυλάει και άλλο να είσαι μέσα στο κρύο νερό, να αισθάνεσαι τη δύναμη του ρεύματος, να προσπαθείς να περπατήσεις πάνω στις λείες και γλιστερές πέτρες, να ισορροπείς στα βράχια της όχθης προσπαθώντας να βρεις το ασφαλέστερο πέρασμα, ή να κολυμπάς στα νερά της μικρής λίμνης κάτω από τον καταρράκτη και να αισθάνεσαι στο σώμα σου το κτύπημα του νερού που πέφτει.
Το μονοπάτι για το ρέμα αρχίζει από το διάσελο στη θέση Πετροκάναλο (954μ), πάνω από την Κάρυστο και κάτω από την ψηλότερη κορυφή της Όχης, τον Προφήτη Ηλία (1599μ). Το μονοπάτι στην αρχή του είναι κτιστό και διαμορφωμένο, αλλά δυστυχώς τα υλικά και ο σχδιασμός της κατασκευής είναι τελείως άσχετα με το περιβάλλον. Χαρακτηριστικό της πλήρους αδιαφορίας για την εναρμόνιση του τεχνικού έργου με το τοπίο είναι ότι για τα έργα δεν χρησιμοποιήθηκαν πλάκες Καρύστου, δηλαδή υλικό που υπάρχει στην περιοχή, αλλά πέτρες από άλλες περιοχές.
Παρά τις αντιρρήσεις μας για το αισθητικό αποτέλεσμα της ανθρώπινης παρέμβασης στη φύση, ακολουθούμε το μονοπάτι. Μετά κατηφορική πορεία μίας ώρας περίπου, φτάνουμε σε γέφυρα και διαμορφωμένο χώρο αναψυχής. Εκεί γίνεται η πρώτη συνάντηση με το Δημοσάρη, ο οποίος περνάει κάτω από τη γέφυρα και συνεχίζει την πορεία του προς τη θάλασσα μέσα από δάσος.
Μετά τη γέφυρα υπάρχει ένας μικρός καταρράκτης, ο οποίος σε άλλη περίπτωση θα μας προβλημάτιζε, εδώ όμως απλά ακολουθούμε το μονοπάτι για λίγα ακόμη μέτρα και μπαίνουμε στο νερό μετά τον καταρράκτη. Η πορεία δεν έχει καμία τεχνική δυσκολία και σε τρία τέσσερα λεπτά φτάνουμε στο πρώτο από τα πολλά όμορφα σημεία της πορείας. Το ρέμα βγαίνει από το δάσος και το νερό πέφτοντας από ύψος 1,50 μ. δημιουργεί μία πολύ όμορφη τσουλήθρα. Στο τέλος της τσουλήθρας υπάρχει άμμος και μπορούμε χωρίς κανένα κίνδυνο, να αφήσουμε το νερό να μας παρασύρει. Βέβαια για λόγους, ασφαλείας ένας από την ομάδα πρέπει να ελέγξει, υπάρχει η δυνατότητα εύκολης κατάβασης από δεξιά, μήπως το νερό έφερε στο σημείο εκείνο πέτρες.
Το ρέμα τώρα είναι τελείως ανοικτό και για περισσότερο από εκατό μέτρα δεν υπάρχουν στροφές. Ο πεζοπόρος έχει έτσι μία συνολική εικόνα του τοπίου, που είναι εντυπωσιακό με τη σύνθεση των σκούρων και ανοικτόχρωμων πετρωμάτων, με τα γαλαζοπράσινα νερά και την ύπαρξη δάσους αριστερά και δεξιά. Προχωρώντας περίπου 60-70 μέτρα φτάνουμε στον πρώτο καταρράκτη. Μία απόπειρα να βρεθεί πέρασμα από δεξιά αποτυγχάνει γιατί υπάρχει γκρεμός. Αντίθετα στην αριστερή όχθη το τοπίο φαίνεται πιο ομαλό και η δυνατότητα πρόσβασης πιθανή. Πράγματι αφού δρασκελίσουμε το νερό ακριβώς στην αρχή του καταρράκτη, προχωράμε παράλληλα με το ρέμα, αρκετά ψηλά, αλλά με ασφάλεια λόγω της ύπαρξης θάμνων και μικρών δένδρων από τα οποία ασφαλιζόμαστε.
Αργά και με προσοχή προχωράμε και διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν τρεις καταρράκτες, μάλιστα ο δεύτερος σχηματίζει γωνία με τον πρώτο. Εύκολα φτάνουμε στη βάση του δεύτερου καταρράκτη αλλά για να κατέβουμε στη βάση του τρίτου με απόλυτη ασφάλεια, παίρνουμε πρώτα λίγο ύψος ανεβαίνοντας την όχθη κατακόρυφα, μετά τραβερσάρουμε με ασφάλεια έχοντας κάτω μας θάμνους και δένδρα και τελικά κατεβαίνουμε πάλι, κατακόρυφα. Στο σημείο εκείνο η όχθη είναι χωμάτινη αλλά με μεγάλη κλίση και για να γίνει η κατάβαση με ορειβατικά σωστό τρόπο, ένα σκοινί 40 μέτρα είναι απαραίτητο. Όμως και χωρίς σκοινί η όχθη κατεβαίνεται με ασφάλεια κάνοντας κάτι σαν κωλοσκί πάνω στο μαλακό χώμα και τα πεσμένα φύλλα.
Στη βάση του καταρράκτη υπάρχει μικρή λίμνη και το μπάνιο μας χαλαρώνει από την ένταση του περάσματος των καταρρακτών. Όμως και, μόνο το θέαμα που απολαύσαμε, δικαιώνει πλήρως την επιλογή να περάσουμε το Δημοσάρη μέσα από το νερό. Άλλωστε αυτό είναι και το μόνο κάπως επικίνδυνο πέρασμα της διάσχισης. Στη συνέχεια η πορεία ακολουθεί το ρέμα το οποίο συνεχίζει ομαλά σε γνώριμο τοπίο. Αριστερά και δεξιά πυκνή βλάστηση, με τα δένδρα να σκεπάζουν το ρέμα και με ενδιαφέροντα περάσματα χωρίς καμία τεχνική δυσκολία. Σε ένα σημείο για να περάσουμε σκαρφαλώνουμε τα βράχια αριστερά, αλλά πριν ανέβουμε επικίνδυνα ψηλά γλιστράμε από μία σχισμή με αντιστήριξη, δηλαδή με στήριξη στα τοιχώματα της σχισμής.
Μία ώρα περίπου μετά τους καταρράκτες, ένα ρυάκι πέφτει στο ρέμα από δεξιά, όπου σε 6-7 μέτρα είναι το μονοπάτι. Επομένως όποιος θέλει, συνεχίζει την πορεία από το μονοπάτι και σε μισή ώρα περίπου μπαίνει πάλι στο ρέμα αφού το μονοπάτι και το ρέμα συναντιόνται και πάλι. Εμείς όμως επιμένουμε να ακολουθούμε το νερό γιατί υπάρχουν και άλλες κρυμμένες ομορφιές. Πράγματι σε λίγο, αφού περάσουμε μία βάθρα και ένα δύο ενδιαφέροντα περάσματα φτάνουμε σε μικρό καταρράκτη που πέφτει σε λίμνη. Το νερό φαίνεται βαθύ, το ύψος δεν είναι μεγάλο και όπως δεν υπάρχει δυνατότητα καταρρίχησης το jump φαίνεται η μόνη επιλογή. Πάντως για λόγους ασφάλειας ανεβαίνουμε εύκολα τη δεξιά όχθη, ακολουθούμε το μονοπάτι έως ότου συναντά πάλι το ρέμα και γυρίζουμε πίσω μέσα από το νερό για να εξακριβώσουμε το βάθος της λίμνης, το οποίο κάτω από τον καταρράκτη είναι πάνω από δύο μέτρα.
Σε λίγο φτάνουμε στο γνωστότερο σημείο του ρέματος όπου όλοι σταματούν για λίγη ξεκούραση και ένα δροσιστικό μπάνιο. Το μονοπάτι ακόμη μία φορά εφάπτεται με το ρέμα και η πρόσβαση στο νερό είναι εύκολη. Το τοπίο είναι καταπληκτικό με τα γαλαζοπράσινα νερά να τρέχουν ανάμεσα στα άσπρα και επίπεδα σιπολινομάρμαρα. Στο τέλος του πλατώματος προς τη φορά του νερού, υπάρχει μία καταπληκτική φυσική νεροτσουλήθρα, όπου μπορούμε να παίξουμε, πάντα μετά το σχετικό έλεγχο.
Στη συνέχεια οι πεζοπόροι ακολουθούν το μονοπάτι για Λενοσαίους, μετά το χωματόδρομο για το χωριό Καλλιανού και τελικά φτάνουν στη θάλασσα. Όμως το ρέμα συνεχίζει τη δική του πορεία αριστερά από το μονοπάτι. Αυτός που ακολουθεί το μονοπάτι, από το σημείο εκείνο μέχρι τους Λενοσαίους δεν βλέπει καθόλου το ρέμα, ακούει μόνο τον ήχο νερού που πέφτει από ψηλά. Η βοή του αόρατου ρέματος είναι κάλεσμα στον πεζοπόρο να τολμήσει να διασχίσει αυτό το άγνωστο κομμάτι του ρέματος.
Μετά το τελευταίο πλάτωμα, για λίγο το τοπίο παραμένει το ίδιο, αλλά ξαφνικά βρισκόμαστε στην κορυφή όχι ενός γκρεμού η ενός καταρράκτη, αλλά μιας απότομης κατακρήμνισης τεράστιων βράχων. Το ρέμα κυλάει ανάμεσα τους σχηματίζοντας πολλούς μικρούς καταρράκτες. Με ευχάριστη έκπληξη διαπιστώνουμε ότι υπάρχει η δυνατότητα καταρρίχησης, πότε εύκολα πότε δύσκολα, δεξιά από το νερό. Επειδή υπάρχει το ενδεχόμενο η συνέχιση της καταρρίχησης να είναι αδύνατη χωρίς τεχνικά μέσα, πρέπει όποιο βράχο κατεβαίνουμε να μπορούμε και να τον ανέβουμε. Η κατάβαση διαρκεί ήδη αρκετά και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι πλησιάζουμε στο τέλος. Όμως οι όχθες φαίνονται λιγότερο απότομες και ίσως υπάρχει δυνατότητα διαφυγής, ώστε να αποφύγουμε την επιστροφή από τα ίδια και το κουραστικό σκαρφάλωμα.
Ξαφνικά αδιέξοδο. Ευθεία, δεν υπάρχει δυνατότητα καταρρίχησης, δεξιά υπάρχουν πυκνοί θάμνοι που φαίνονται αδιάβατοι και αριστερά βλέπουμε καταρράκτη και απότομα βράχια. Όμως η κορυφή της δεξιάς όχθης είναι μόνο δύο τρία μέτρα ψηλότερα και το πεδίο φαίνεται ομαλό. Η ανάγκη να βρεθεί άμεσα, λόγω κούρασης, οδός διαφυγής μας αναγκάζει να παραμερίσουμε τις οικολογικές ευαισθησίες και να κόψουμε, με το χέρι, ένα-ένα τα κλαριά των θάμνων που κλείνουν τη δίοδο. Μετά η έξοδος από το ρέμα είναι απλή υπόθεση.
Το ρέμα βέβαια συνεχίζει να κατεβαίνει. Όμως η κούραση και η ώρα που περνάει μας προτρέπουν να συνεχίσουε την πορεία ψηλά, όπου το πεδίο είναι τώρα πολύ ομαλό και σχεδόν οριζόντιο. Μάλιστα σε λίγο βρίσκουμε μονοπάτι, το οποίο σε ελάχιστα λεπτά μας οδηγεί στην εκκλησιά των Λενοσαίων. Μετά η συνέχεια είναι γνωστή, ακολουθούμε το χωματόδρομο μέχρι την παραλία Καλλιανού.
Γιά τη διάσχιση πρέπει να αφιερώσουμε τουλάχιστον δύο μέρες και γίνεται με δύο τρόπους: μετάβαση με αυτοκίνητο στο στο χωριό Καλλιανού (άσφαλτος και λίγα χιλιόμετρα άσχημος χωματόδρομος) και ανάβαση από το μονοπάτι μέχρι τους καταρράκτες (δύο ώρες από τους Λενοσαίους), η μετάβαση από Μαρμάρι με ταξί στο Πετροκάναλο και μετά από το μονοπάτι κατάβαση μέχρι την θάλασσα. Η διανυκτέρευση μπορεί να γίνει η στο χωριό Καλλιανού όπου υπάρχει ξενώνας με στοιχειώδεις ανέσεις για 10-12 άτομα, ή στην παραλία Καλλιανού.
Η διάρκεια της καθόδου από το διάσελο (Πετροκάναλο μέχρι τη θάλασσα είναι περίπου οκτώ ώρες και συγκεκριμένα μία ώρα η κάθοδος από το διάσελο στη γέφυρα, τέσσερες ώρες η πορεία μέσα στο νερό από τους καταρράκτες μέχρι το τελευταίο πλάτωμα, μιά ώρα και τριάντα λεπτά το απότομο κομμάτι και τέλος μια ώρα και τριάντα λεπτά από Λενοσαίους μέχρι τη θάλασσα.
Το ρέμα με κανονική βροχόπτωση έχει νερό μέχρι και το τέλος Ιουλίου, όμως καλλίτερη εποχή για να το διασχίσουμε είναι αρχές Ιουνίου και δεν χρειάζεται στολή νεοπρέν .
Η διάσχιση έγινε αρχές Ιουνίου του 2006 από τον Ντίνο Δημητρακόπουλο και το Δημήτρη Δημητρόπουλο.

 


Κείμενο-φωτογραφίες Ντίνος Δημητρακόπουλος

Για φωτογραφίες πατήστε εδώ