Από τη διασταύρωση, παίρνουμε μαζί μας τα μικρά σακίδια και ξεκινάμε το μονοπάτι προς τον Αγραφιώτη. Φάνηκε από την αρχή ότι η διαδρομή μας δεν θα είναι και τόσο εύκολη. Ενώ περιμένουμε να είναι ρηχό το νερό και να μη χρειαστεί σε πολλά σημεία να μπούμε μέσα, σύντομα συναντάμε αρκετά νερά, λόγω των προηγούμενων βροχών. Συνεχώς περνάμε από τη μια πλευρά του ποταμού στην άλλη, περπατώντας μέσα στο νερό. Γρήγορα φτάνουμε οε μια τοποθεσία γνωστή ως Τρύπα Αγραφιώτη. Σ' αυτό το σημείο το φαράγγι έχει βάθος 450μ. Κάτω από τα νερά υπάρχει υποβρύχια στοά με σταλακτίτες.

Το τοπίο είναι απερίγραπτα όμορφο και φαντάζει εντελώς παρθένο. Τα νερά τρέχουν από την πλαγιά στο ποτάμι. Η ροή του είναι αρκετά γρήγορη και τα νερά του καθαρά, εκτός από κάποια σημεία με λάσπη, που τα πατάμε και θολώνουν. Οι πέτρες δεν γλιστράνε ιδιαίτερα. Αργούμε όμως γιατί μερικοί δεν έχουν δεύτερα παπούτσια και προσπαθούν να κάνουν τα περάοματα ξυπόλητοι - κάτι που δεν το συνιστώ σε κανέναν! Μετά από περίπου 2 ώρες καθοδικής πορείας μέσα στον Αγραφιώτη, φτάνουμε στο σημείο συνάντησης του με το Ρέμα Φτέρης. Βλέπουμε το πέτρινο γεφύρι της Ανηφόρας δεξιά μας και αλλάζουμε πορεία, μπαίνοντας στο Ρέμα. θα το ακολουθήσουμε με πορεία ανοδική. Το τοπίο αγριεύει ακόμα περισσότερο. Αρχικά, μας κάνει εντύπωση ότι το νερό είναι εντελώς διάφανο, με μικρά, άσπρα βότσαλα. Στην πορεία οι πέτρες γλιστράνε όλο και περισσότερο και χρειάζεται συνεχώς μεγαλύτερη προσοχή. Φτάνουμε στο πιο εντυπωσιακό σημείο της διαδρομής μας. Το φαράγγι στενεύει εντελώς, ενώ πάνω μας υψώνονται οι βρόχινες πλαγιές του. Το στενό πέρασμα έχει μήκος περίπου 150μ. και οι ντόπιοι το λένε Άπατη. Εδώ χρειάζεται να κολυμπήσουμε επειδή τα νερά είναι βαθιά σε δύο-τρία σημεία. Παρά το ότι έχω μεγάλο πρόβλημα με το κρύο νερό, μέχρι εκεί δεν έχω νιώσει κρύο. Όταν όμως σε κείνο το σημείο μπαίνω στο νερό, μου κόβεται η ανάσα! Προχωρούμε ο ένας πίσω από τον άλλο, έχοντας και τα πράγματα μας στο στεγανό. Με την Θεοδώρα έχουμε ένα στεγανό, στο οποίο βάζουμε δύο σακίδια. Γίνεται πολύ βαρύ, αλλά ευτυχώς επιπλέει.

 

 

Όταν φτάνουμε πάλι στα ρηχά κι αρχίζουμε να περπατάμε, η αίσθηση ότι δεν μας κοκαλώνει το παγωμένο νερό είναι ότι πιο ευχάριστο. Αλλά τότε αρχίζει το κουβάλημα του στεγανού. Μας αποζημιώνει όμως το απίστευτο τοπίο. Φοράμε τα κράνη μας, μην τυχόν και μας έρθει στο κεφάλι καμία πέτρα, που θα μπορούσε να ρίξει κάποιο ατίθασο κατσίκι από μεγάλο ύψος. Μικροί καταρράκτες μπροστά μας που τους ανεβαίνουμε, γλιστερά βράχια, όλα τα περνάμε και φτάνουμε στην έξοδο, όπου αλλάζουμε ή απλά, φοράμε τα ρούχα μας. Από αυτό το σημείο και μετά, υποτίθεται ότι θα μπούμε μόνο για λίγο στο νερό και μάξιμουμ μέχρι το γόνατο. Δυστυχώς, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή. Βέβαια, δεν χρειάζεται να ξανακολυμπήσουμε, αλλά το νερό αρκετές φορές μας φτάνει μέχρι τη μέση. Όλα μοιάζουν με ένα ατελείωτο παιχνίδι με τα νερά. Πλησιάζουμε στα τεχνικά σημεία, που για έναν έμπειρο ή όταν είναι στεγνά και δεν γλιστράνε, δεν είναι τίποτα. Εύκολη αναρρίχηση μερικών μέτρων. Αλλά τα βρεγμένα και γλιστερά βράχια δεν είναι και πολύ φιλόξενα, ειδικά μετά από πολλές ώρες περπατήματος μέσα στο νερό, ενώ σιγά-σιγά αρχίζει να σκοτεινιάζει. Είναι όμως μια περιπέτεια που ανεβάζει την αδρεναλίνη κι αυτό μας αρέσει. Στα 4-5 τέτοια σημεία περνάμε κι ένα σχοινάκι, πιο πολύ για ψυχολογικούς λόγους.

Στο σημείο που αφήνουμε το φαράγγι κάνουμε και λαοποαναρρίχηση, για να πιάσουμε το μονοπάτι που θα μας βγάλει γρήγορα στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Όταν οι πρώτοι φτάνουν στο μονοπάτι, πέφτει η νύχτα. Αρκετός κόσμος είναι πολύ πίσω ακόμα, είτε επειδή για κάποιο λόγο δεν μπορεί να πάει πιο γρήγορα, είτε γιατί έχει μείνει για να βοηθήσει. Στο μονοπάτι περιμένουμε να μαζευτούμε, όσοι είμαστε κοντά, γιατί η νύχτα και η πυκνή βλάστηση είναι ότι πρέπει για να χαθεί κάποιος. Εκείνη τη στιγμή, κι ενώ είμαστε ψηλά πάνω από το φαράγγι, εμφανίζεται το μισοφέγγαρο, πάνω από μία κορυφούλα σε σχήμα πυραμίδας. Μια φανταστική εικόνα, κάπως εξωπραγματική, μετά από τόσες ώρες στο κόσμο των νερών. Φτάνουμε στο εκκλησάκι και περιμένουμε αρκετή ώρα να μαζευτούμε. Αρχίζουμε να κρυώνουμε. Ακόμα φοράμε τα βρεγμένα, τουλάχιστον παπούτσια και κάλτσες. Αναχωρεί η πρώτη ομάδα. Μετά από περίπου 2 χιλιόμετρα ανηφόρας, ο χωματόδρομος μας βγάζει σε μια διασταύρωση. Αριστερά είναι τα πράγματα μας, τα μεγάλα σακίδια και, στα 50 μέτρα περίπου, η πηγή, όπου γεμίζουμε τα μπουκάλια μας (δεν θα ξαναβρούμε νερό μέχρι να κατέβουμε την επόμενη μέρα στο χωριό Μοναστηράκι), ενώ δεξιά συνεχίζεται ο χωματόδρομος που θα μας βγάλει στη Βλαχοπούλα. Ο Γιώργος λέει ότι το μέρος που θα στήσουμε τις σκηνές μας είναι περίπου 250 μέτρα από την διασταύρωση. Κουβαλάμε στην πλάτη τα μεγάλα σακίδια και στο στήθος τα μικρά. Είναι σκοτάδι, περπατάμε ήδη πάνω από δέκα ώρες. Ανηφόρα, χωματόδρομος... Θα μπορούσα να ορκιστώ ότι αυτά τα 250 μέτρα κράτησαν όσο όλο το Ρέμα της Φτέρης.

Κείμενο: Μαρίνα Στάρτσεβιτς
Φωτογραφίες: Κώστας Παπανικολάου
Για φωτογραφίες πατήστε εδώ